Η Ετήσια Έκθεση 2025 του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποκαλύπτει σημαντικές αδυναμίες στη λειτουργία των Δημοτικών φορέων, κυρίως σε θέματα απευθείας αναθέσεων, διαχείρισης έργων, είσπραξης δημοτικών εσόδων και αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών μηχανισμών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, το σύστημα εσωτερικού ελέγχου στους Δήμους παρουσιάζει δομικά προβλήματα. Η πλειονότητα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου βασίζεται σε εξωτερικούς συνεργάτες, με το 90% των συμβάσεων να γίνεται με απευθείας ανάθεση.
Επιπλέον, το 65,5% των συμβάσεων συγκεντρώνεται σε οκτώ αναδόχους πανελλαδικά. Αυτή η πρακτική δημιουργεί τον κίνδυνο τυποποίησης των ελέγχων και απώλειας ειδικού προσανατολισμού αναλόγως των διαφοροποιημένων αναγκών των Δήμων.
Η έκθεση επισημαίνει ότι σε 152 εκθέσεις εξωτερικών συνεργατών δεν εκφράστηκε αρνητική γνώμη για την επάρκεια των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου, ακόμα και σε περιπτώσεις φορέων χωρίς ολοκληρωμένα συστήματα ή χωρίς ορισμένους υπεύθυνους.
Επιπλέον, η παραλαβή αυτών των έργων συχνά δεν γίνεται από εγκεκριμένους εσωτερικούς ελεγκτές, γεγονός που εγείρει αμφιβολίες ως προς την ουσιαστική αξιολόγηση των εργασιών.
Ο γενικός έλεγχος σε 666 φορείς έδειξε πως μόλις το 19% διαθέτει λειτουργικά ολοκληρωμένα Συστήματα Εσωτερικού Ελέγχου, με μεγάλη μερίδα να παρουσιάζει ελλιπή καταγραφή διαδικασιών, ελλείψεις στη στελέχωση μονάδων και ανεπαρκή σύνδεση των ετήσιων προγραμμάτων με τις στρατηγικές τους ανάγκες.
Ειδικά για τους Δήμους, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ο εσωτερικός έλεγχος λειτουργεί ουσιαστικά και όχι ως τυπική διαδικασία.
Σε επίπεδο δημοσίων συμβάσεων, καταγράφεται ευρεία χρήση εξαιρετικών διαδικασιών ανάθεσης και υψηλό ποσοστό συμβάσεων που ανατέθηκαν με μία μόνο προσφορά. Παράλληλα, διαπιστώνονται ασυμφωνίες στα αρχεία των συμβάσεων και ελλιπής τεκμηρίωση της ανταγωνιστικότητας, θέματα κρίσιμα και για τις δημοτικές αρχές που οργανώνουν προμήθειες.
Ειδική απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε μη νόμιμη σύμβαση βιοκλιματικής ανάπλασης παραθαλάσσιου Δήμου, καθώς ο όρος της διακήρυξης περιόριζε αδικαιολόγητα τη συμμετοχή οικονομικών φορέων.
Η απόφαση υπογραμμίζει τη σημασία της σωστής σύνταξης τεχνικών όρων ώστε να μην αποκλείονται αθέμιτα υποψήφιοι, γεγονός που απασχολεί άμεσα τις δημοτικές υπηρεσίες.
Η έρευνα αγοράς πριν από προμήθειες πρέπει να τεκμηριώνεται με επαρκή τρόπο, χωρίς όμως την ανάγκη για άτυπο διαγωνισμό, όπως διευκρινίζει η απόφαση 1356/2025. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους Δήμους, όπου η ορθή τεκμηρίωση της εκτιμώμενης αξίας και η διασφάλιση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων είναι κρίσιμα στοιχεία ελέγχου.
Σε επίπεδο έργων, η ειδική έρευνα ανέδειξε την έλλειψη ολοκληρωμένης διαχείρισης καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής τους, με συχνή απουσία προγραμματισμένης συντήρησης, περιορισμένη αξιοποίηση δημοσίου διαλόγου και ανεπαρκείς δείκτες απόδοσης.
Επιπλέον, οι τεχνικές υπηρεσίες των Δήμων εμφανίζονται υποστελεχωμένες, με ανεπαρκή καταγραφή στοιχείων επίβλεψης και ελέγχου ποιότητας.
Η συμμόρφωση των Δήμων στις συστάσεις για το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας παραμένει χαμηλή, με μόλις το 21% αυτών να υλοποιείται πλήρως.
Τα προβλήματα εντοπίζονται στην καταγραφή ακινήτων, στη σωστή εφαρμογή των απαλλαγών, στον υπολογισμό και είσπραξη του τέλους, αλλά και στη διάθεση των εσόδων.
Η κατάσταση δείχνει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στα δημοτικά έσοδα και τη διαχείρισή τους.
Όσον αφορά τις παραχωρήσεις αιγιαλού και παραλίας, η έκθεση εντοπίζει ανεπαρκείς ελέγχους από τους Δήμους και καθυστερήσεις στην επιβολή κυρώσεων, γεγονός που επιτρέπει παραβάσεις κατά τη θερινή περίοδο.
Η συνεργασία με τις Κτηματικές Υπηρεσίες κρίνεται ανεπαρκής και η ελεγκτική δραστηριότητα επικεντρώνεται κυρίως σε καταγγελίες αντί για προληπτικούς ελέγχους.
Τέλος, η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της κτηματογράφησης και οι εκκρεμότητες στην καταγραφή της δημόσιας περιουσίας επηρεάζουν και τη διαχείριση δημοτικών ακινήτων.
Η ακριβής αποτύπωση αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την προστασία και αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας.
